David Hopper’s birthday present (GR)

The following article was published in Chronos Magazine, June 2013.

***

Το δώρο γενεθλίων του Ντέηβιντ Χόππερ – μια περιπλάνηση στα χρόνια του θατσερισμού. 

Έχει ενδιαφέρον να εξερευνήσει κανείς το πώς απλές, φαινομενικά, ειδήσεις φέρουν βαρύτατο συμβολικό φορτίο. Ο θάνατος μιας γηραιάς πρώην πρωθυπουργού, σκουριασμένης, ασθενούς και αποσυρμένης από το δημόσιο βίο εδώ και χρόνια, προκάλεσε όχι μόνο ζωηρή συζήτηση σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά και πυρετώδη αρθρογραφία. Δημοσιογράφοι, opinion makers, κοινωνικοί επιστήμονες και κάθε λογής σχολιαστές, από τον πολύ Σλαβόι Ζίζεκ μέχρι την ταπεινότητά μου, όλοι θεωρήσαμε καθήκον μας να γράψουμε δυο γραμμές για τη θανούσα και την πολιτική της.

Μας πρόλαβε όλους όμως ο Ντέιβιντ Χόπερ, πρώην πρόεδρος του Σωματείου Ανθρακωρύχων του Durham, με ένα μνημειώδες οξύμωρο επτά λέξεων:

«Ήταν το καλύτερα γενεθλία που γιόρτασα ποτέ».

Αυτό ακριβώς δήλωσε για τον θάνατο της Μάργκαρετ Θάτσερ, ο οποίος συνέπεσε με τα 70α του γενέθλια. Διαβάζοντας το, δεν μπορεί να αποφύγει κανείς να αναρωτηθεί: Τι είδους δώρο γενεθλίων κόμισε η είδηση του θανάτου στον Χόπερ; Η κυρία πέθανε πλήρης ημερών, πρόλαβε όμως να συντρίψει, μέχρις εξαφανίσεως, τον εν λόγω συνδικαλιστή, το σωματείο του, το συνδικαλιστικό κίνημα εν γένει, καθώς και την Αριστερά της Μεγάλης Βρετανίας. «Σκιά του, πάλαι ποτέ, πανίσχυρου εαυτού του» ο ίδιος, το μόνο που του απέμεινε, θαρρείς, είναι μια κάποια κακεντρέχεια ενώπιον του θανάτου.

Και όμως. Ο θάνατος της Θάτσερ έδωσε, σ’ όλους μας, την ευκαιρία να ανοίξουμε και πάλι τη συζήτηση. Καθώς στρέφουμε το βλέμμα στις μαύρες σελίδες του θατσερισμού, έχουμε την ευκαιρία να κατανοήσουμε καλύτερα τα λάθη της εποχής εκείνης, προκειμένου να διορθώσουμε τις αστοχίες του παρόντος. Και να βάλουμε, έτσι, το λιθαράκι μας στην ανατροπή του νεοφιλελεύθερου δόγματος – που λυμαίνεται (και θα συνεχίσει να λυμαίνεται, όσο δεν διαμορφώνεται από μέρους μας πειστική απάντηση) το σύνολο της Ευρώπης.

Σ’ αυτήν ακριβώς τη χρησιμότητα (την αναγκαιότητα, θα προσέθετα) αναστοχασμού έγκειται το οξύμωρο της δήλωσης. Κι αυτό είναι το πραγματικό δώρο γενεθλίων που έκανε – με το θάνατό της – η Θάτσερ. Στον Χόπερ αλλά και σε όλους μας.

***

Το πρώτο που πρέπει να επισημανθεί είναι πως η Σιδηρά Κυρία ελάχιστα ευθύνεται για την κρίση του εργατικού κινήματος από τη δεκαετία του ’70 κι έπειτα. Τις προκλήσεις που επέφερε στη συνδικαλιστική εκπροσώπηση η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου – με την αποβιομηχάνιση, την εγκατάλειψη του φορντισμού και την ουσιαστική χρεωκοπία του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας – τις είχαν καταγράψει εγκαίρως, όχι μόνο ακραιφνείς αριστεροί όπως, παραδείγματος χάριν, οι Ιταλοί εργατιστές, αλλά και πιο ήπιων τόνων διανοητές. Ο Χόμπσμπαουμ, ήδη από το 1978, είχε παραθέσει μια σειρά συστημικών προβλημάτων των Βρετανικών συνδικάτων, τα οποία, όπως έγραφε, απειλούσαν να «σταματήσουν την προέλασή» του εργατικού κινήματος. Όπως απεδείχθη στη συνέχεια, οι προκλήσεις δεν περιορίζονταν στην Μεγ. Βρετανία αλλά αφορούσαν το σύνολο των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών. Δεν χρειάζεται να κοιτάξουμε πολύ μακριά για να βρούμε αποδείξεις επ’ αυτού: αρκεί μια ματιά στα χάλια της δικής μας ΓΣΕΕ, οι αδυναμίες της οποίας έχουν καταδειχθεί πολύ πριν την έλευση των Μνημονίων που ισοπέδωσαν τις εργασιακές σχέσεις στην Ελλάδα.

Προσοχή όμως! Όσο λάθος θα ήταν να παραγνωρίσει κανείς τα γενικά, δομικά χαρακτηριστικά της συνδικαλιστικής κρίσης, άλλο τόσο εσφαλμένο θα ήταν να αδιαφορήσει για τον συγκεκριμένο ρόλο που έπαιξε στη συντριβή του Βρετανικού εργατικού κινήματος η έξοχη στρατηγική της Θάτσερ. Το σκεπτικό και οι κινήσεις της τελευταίας έχουν επαρκώς αναλυθεί τόσο από εχθρούς, όσο και από φίλους. Αξίζει όμως να ξαναδούμε ορισμένα βασικά σημεία, μιας και παραμένουν, δυστυχώς, άγνωστα στο ελληνικό κοινό.

Εν πρώτοις, τα γεγονότα.

 Pinakas1

Τρία είναι τα σημεία που αναδεικνύονται απ’ το χρονολόγιό μας. Πρώτον, οι διαδοχικές μεταβολές του νομοθετικού πλαισίου εις βάρος των συνδικάτων. Δεύτερον, η στρατηγική χρήση του πολέμου των Φώκλαντς για τη χάραξη εσωτερικής πολιτικής. Τρίτον, οι μεταβολές του πολιτικού σκηνικού στη δεκαετία του ’80, κυρίως σε ό,τι έχει να κάνει με τον ηττημένο των αναμετρήσεων, το Εργατικό Κόμμα.

Σχετικά με το νομοθετικό πλαίσιο, δεν θα πρέπει να παρασυρθούμε σε μια βιαστική εκτίμηση ότι η Θάτσερ κέρδισε απλά και μόνο επειδή «ποινικοποίησε τους εργατικούς αγώνες». Το 1974, η κυβέρνηση του Συντηρητικού κόμματος υπό τον Έντουαρντ Χηθ, εκλήθη να αντιμετωπίσει μιαν αντίστοιχου βεληνεκούς απεργία ανθρακωρύχων, έχοντας στο οπλοστάσιό της έναν πολύ σκληρότερο απ’ της Θάτσερ νόμο περί εργατικών σωματείων. Η κυβέρνηση όχι μόνο έχασε την μάχη, αλλά κατέρρευσε κιόλας, παραδίδοντας την εξουσία στους Εργατικούς για την επόμενη πενταετία. Αυτό συνέβη διότι ο δρακόντειος νόμος του Χηθ ήταν τόσο αναντίστοιχος με το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της εποχής, ώστε ήταν πρακτικά αδύνατον να εφαρμοστεί – όπως και δεν εφαρμόστηκε, εντέλει.

Η Θάτσερ, αντιθέτως, ακολούθησε τη λογική των σταδιακών παρεμβάσεων , με φαινομενικά «ήπιες» νομικές προβλέψεις, που παρήγαγαν, όμως, σημαντικά δευτερογενή αποτελέσματα. Αρχικά δυσκόλεψε δραματικά τις διαδικασίες κήρυξης νόμιμης απεργίας. Έπειτα πέρασε διατάξεις που επέτρεπαν την κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων των συνδικάτων, σε περίπτωση κήρυξης μη-νόμιμης απεργίας. Τέλος, απαγόρευσε τις απεργίες και διαδηλώσεις αλληλεγγύης. Όταν λοιπόν, το 1984, οι ανθρακωρύχοι «σύρθηκαν στον κάμπο» της ολοκληρωτικής σύγκρουσης με την κυβέρνηση, η Θάτσερ κατάσχεσε το απεργιακό τους ταμείο, έκοψε τα προνοιακά επιδόματα στα μέλη των οικογενειών τους κι έλυσε τα χέρια της Αστυνομίας στο να προχωρήσει σε μαζικές συλλήψεις και στη βίαιη διάλυση των μπλόκων στα ανθρακωρυχεία.

Στο επικοινωνιακό επίπεδο, ιδιαίτερα αποδοτική ήταν η ταύτιση των απεργών με τους Αργεντίνους (!), τους οποίους οι Βρετανοί είχαν κατατροπώσει δυο χρόνια νωρίτερα στον πόλεμο των Φώκλαντς. Οι διαρκείς αναφορές στον «εσωτερικό εχθρό», ο οποίος πρέπει να αντιμετωπιστεί με τον ίδιο τρόπο που νικήθηκε ο «εξωτερικός», η διοχέτευση πληροφοριών περί χρηματοδότησης των απεργών απ’ την ΕΣΣΔ και διάφορα άλλα επικοινωνιακά τρικ έστρεψαν την κοινή γνώμη και τα ΜΜΕ υπέρ της κυβέρνησης. Προς τα τέλη της απεργίας, οι 4 απ’ τις 5 μεγαλες εφημερίδες της Αγγλίας (οι δύο εκ των οποίων σχετίζονταν παραδοσιακά με το Εργατικό Κόμμα) καταφέρονταν ανοιχτά εναντίον των απεργών.

Κι εδώ φτάνουμε σε ένα κρίσιμο ερώτημα της επισκόπησής μας: ποιά ήταν η στάση του Εργατικού Κόμματος έναντι του εργατικού κινήματος και ποιός ο ρόλος του στη συντριβή του τελευταίου;

Οι εχθροί του «Τρίτου Δρόμου» των Μπλερ, Σημίτη και λοιπών μεγαθήριων της πολιτικής σκηνής του ’90 (ξεχασμένων πλέον, στην Ελλάδα της κρίσης), συνηθίζουν να υπενθυμίζουν την απάντηση της Θάτσερ στο ερώτημα: «Ποιό ήταν το μεγαλύτερο επίτευγμά σας;».

«Οι Νέοι Εργατικοί του Τόνυ Μπλερ», θρυλείται πως αποκρίθηκε εκείνη.

Ίσως έτσι να έχουν τα πράγματα, όμως – όπως θα δούμε στη συνέχεια – οι Νέοι Εργατικοί ήταν η κατάληξη μιας μακρόχρονης διαδικασίας κι επ’ ουδενί η αφετηρία της.

Τα στοιχεία του παρακάτω πίνακα προέρχονται από τα προεκλογικά μανιφέστα του Εργατικού Κόμματος στα χρόνια από το 1983 (δεύτερη νίκη Θάτσερ) έως και το 1997 (νίκη Τόνυ Μπλερ και επιστροφή Εργατικών στην εξουσία). Για κάθε εκλογική αναμέτρηση, έχουμε καταγράψει τα τέσσερα σημεία στα οποία δίνεται η μεγαλύτερη έμφαση στο κείμενο – είτε αυτά αφορούν προβλήματα της χώρας, είτε πολιτικές προτάσεις του κόμματος .

 Pinakas2

 Όπως είδαμε, το 1983 οι Εργατικοί υπέστησαν βαρύτατη ήττα. Εντοπίζοντας το εκλογικό τους πρόβλημα στην άνοδο των κεντρώων Φιλελεύθερων Δημοκρατών, μεταξύ του 1983 και του 1987 έκαναν απότομη στροφή προς τα δεξιά, προκειμένου να διεμβολίσουν το εκλογικό σώμα των τελευταίων. Το αποτέλεσμα, όπως φαίνεται ξεκάθαρα απ’ τα παραπάνω, ήταν η πλήρης εγκατάλειψη θέσεων όπως η «συνεργασία με τα συνδικάτα» και η «καθιέρωση του 35ώρου». Η μάχη των ανθρακωρύχων με τη Θάτσερ, λοιπόν, δώθηκε ελλείψει πολιτικών συμμάχων για τους απεργούς, μιας και οι Εργατικοί εγκατέλειπαν τις φιλεργατικές τους θέσεις, ενώ οι εφημερίδες τους στρέφονταν εναντίον της απεργίας.

***

Καθώς είδαμε, λοιπόν, η ήττα του κυρίου Ντέηβιντ Χόπερ και του εργατικού κινήματος της Βρετανίας έχει τις ρίζες της σε δομικά προβλήματα της συνδικαλιστικής εκπροσώπησης. Είναι επίσης αλήθεια ότι η Μάργκαρετ Θάτσερ υπήρξε πραγματικά ένας formidable opponent (τρομερός αντίπαλος) των συνδικάτων, ενώ, αντίθετα, η Βρετανική κεντρο-αριστερά δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Ας κλείσουμε επιστρέφοντας στην ελληνική πραγματικότητα, παρότι οι σύγκρισεις με τη Μεγ. Βρετανία της δεκαετίας του ‘80 είναι εξαιρετικά δύσκολες, για διάφορους λόγους. Τα εργατικά σωματεία του τόπου μας έχουν υποστεί πραγματική πανωλεθρία τα τελευταία τρία χρόνια, παρότι φυσιογνωμία του βεληνεκούς της Θάτσερ δεν υφίσταται στην Ελλάδα, ούτε καν ως καρικατούρα.

Τα όσα τραγελαφικά διαδραματίστηκαν, προ ολίγων εβδομάδων, με την «από τα πάνω» ακύρωση της απεργίας των καθηγητών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, επικυρώνουν τη θέση που έχουμε πολλάκις αναπτύξει: η κυβέρνηση Σαμαρά, επιχειρεί, έστω τρεκλιζοντας, να ακολουθήσει τα βήματα ενός ιδιότυπου θατσερισμού. Σε αυτό το πλαίσιο, η περίπτωση της ΟΛΜΕ είναι ενδεικτική. Ένα ισχυρό και καλά οργανωμένο σωματείο, έχοντας στα χέρια του μια συντριπτικά πλειοψηφική απόφαση των μελών του για απεργία, υποχρεώθηκε σε άτακτη υποχώρηση υπό το βάρος της μιντιακής προπαγάνδας και των απειλών για απόλυση των μελών του. Όπως επισήμαναν όλοι ανεξαιρέτως οι σχολιαστές, ένα απ’ τα σοβαρά λάθη της ΟΛΜΕ ήταν ότι δεν κατάφερε να προωθήσει τη δημιουργία ενός ισχυρού πολιτικού και συνδικαλιστικού μετώπου στήριξης της απεργίας. Τηρουμένων των αναλογιών, οι καθηγητές βρέθηκαν στο ίδιο «πολιτικό κενό» που είχαν βρεθεί οι Βρετανοί ανθρακωρύχοι στα μέσα του ’80. Εξ ου και το άδοξο τέλος της προσπάθειας να απεργήσουν.

Το συμπέρασμα που αναδύεται από τα παραπάνω, είναι πως τα συνδικάτα μας θα έπρεπε να έχουν υπάρξει πιο προσεκτικά στην αναζήτηση των πολιτικών τους συμμαχιών.

Διότι οι βαριές ήττες της εργατικής τάξης ενδέχεται να λάβουν χώρα ακόμα και απουσία ενός άξιου πολιτικού αντίπαλου. Ποτέ όμως, απουσία ενός ανάξιου συμμάχου.

 LINK