Σχόλια στο “πρόγραμμα ΣΥΡΙΖΑ για τις εργασιακές σχέσεις”

Διάβασα μόλις το “κυβερνητικό πρόγραμμα ΣΥΡΙΖΑ για τις εργασιακές σχέσεις“.

Το κείμενο με απογοήτευσε.

Διότι εκτός από τα αυτονόητα (κατάργηση μνημονιακών νόμων, περιορισμοί στα συμβόλαια ελαστικής εργασίας) και ένα μονάχα μέτρο που θεωρώ ότι κινείται σε, πράγματι, ριζοσπαστική κατεύθυνση (κατάργηση της ενοικίασης εργαζομένων – θα αναφερθώ παρακάτω εκτενέστερα), οι όποιες ενδιαφέρουσες ιδέες μένουν στο επίπεδο του ευχολόγιου ή της εκδήλωσης προθέσεων, χωρίς να συνοδεύονται από τις συγκεκριμένες παρεμβάσεις νομοθετικού ή άλλου χαρακτήρα που θα έπειθαν τον αναγνώστη ότι οι συντάκτες και το κόμμα τους πράγματι εννοούν (και θα πράξουν) αυτά που λένε.

Πιο συγκεκριμένα:

1. Η κατάργηση της ενοικιαζόμενης εργασίας είναι, όντως, εντυπωσιακή ως πρόταση. Διότι πρώτον είναι εφικτό να γίνει άμεσα, παρότι κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση απ’ τα δεδομένα της υπόλοιπης (νεοφιλελεύθερης) Ευρώπης και δεύτερον, θα γλυτώσει μονομιάς τόσο τους εργαζόμενους από ένα μοντέλο ακραίας τους εκμετάλλευσης, όσο και τα σωματεία των εργαζομένων από έναν ανίκητο αντίπαλο. Δηλαδή τη διαρκή μεταβίβαση των υπαλλήλων από τον έναν ενδιάμεσο εργοδότη στον άλλο, προκειμένου να αποτραπεί η ευθεία αντιπαράθεση με οργανωμένη εργατική συλλογικότητα.

2. Παρότι στην εισαγωγή γίνεται αναφορά σε “εργατική συμμετοχή και κοινωνικό έλεγχο”, όταν φτάνουμε στο σημείο της εξειδίκευσης, η “εργατική συμμετοχή” κατ’ ουσίαν ορίζεται ως:

α) εποπτεία των σωματείων ως προς την εφαρμογή των συμπεφωνημένων ή/και την αναγκαιότητα προσφυγής της επειχείρησης σε ορισμένες μορφές ελαστικής εργασίας.

β) επέκταση του περιεχομένου των συλλογικών συμβάσεων σε θέματα πέραν των μισθολογικών/ωραρίου κλπ.

και γ) υποστήριξη σε τυχόν προσπάθειες για «ανασυγκρότηση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος σε ταξική αγωνιστική κατεύθυνση, τον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό συγκέντρωσή του και ενιαίας οργανωτικής έκφρασής του στη βάση κοινών εργασιακών συμφερόντων, που θα ενισχύουν την εργατική και κοινωνική αλληλεγγύη και ενότητα και θα αποδυναμώνουν φαινόμενα συντεχνιασμού και εσωτερικών ανταγωνισμών».

Το (α) είναι μια μετριοπαθής εκδοχή των κλασικών σοσιαλδημοκρατικών ερμηνειών (βλ. ΠΑΣΟΚ ’81) περί εργατικής συμμετοχής και «βιομηχανικής δημοκρατίας». Είναι θλιβερό, 35 χρόνια μετά, να μην είμαστε σε θέση να παρουσιάσουμε μια καινούρια ιδέα επ’ αυτού, να μην μπορούμε να δώσουμε καινούριο περιεχόμενο στον όρο. Επίσης, ακριβώς επειδή υπάρχει και το ιστορικό παράδειγμα -προς αποφυγήν- του τι παρήγαγε η «εργατική συμμετοχή» των Πασόκων (πρασινοφρουρούς και Παναγόπουλους), θα πρέπει να ‘μαστε διπλά προσεκτικοί προτού προτείνουμε ξανά τα ίδια σε διαφορετικό περιτύλιγμα.

Ακόμα χειρότερα, το (β) είναι αντιγραφή απ’ τα προεκλογικά μανιφέστα του ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ’90. Για την ακρίβεια, ΓΣΕΕ και ΣΕΒ (με τις ευλογίες του Σημίτη) ήδη από τα τέλη των 90ς είχαν προχωρήσει στην υπογραφή ΕΓΣΣΕ με «διευρυμένο περιεχόμενο».

Τέλος, οι γενικόλογες αναφορές του (γ), παρότι ως ένα βαθμό είναι κατανοητές (εικάζω ότι οι συντάκτες προσπάθησαν να αποφύγουν την κατηγορία περί νομοθετικής χειραγώγησης του εργατικού κινήματος), καταλήγουν εντέλει να κινούνται σε θολά νερά ή και λανθασμένη κατεύθυνση. Εξηγούμαι:

3. Είναι ψευδές να ισχυρίζεται κανείς ότι ο νομοθέτης δεν έχει λόγο στη συγκρότηση και τη λειτουργία εργατικού σωματείου. Το καταστατικό των πρωτοβάθμιων (και όχι μόνο) σωματείων υπάγεται σε καταναγκαστικό δίκαιο, το οποίο π.χ. σήμερα δεν τους επιτρέπει να περάσουν σε συνελευσιοκεντρικά μοντέλα, καταργώντας δια της καταστατικής οδού τα διοικητικά συμβούλια. Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν προτείνει την θέσμιση σωματείων ΒΑΣΗΣ, τα οποία σήμερα λειτουργούν σε νομικό κενό ή στο περιθώριο του συνδικαλιστικού συστήματος; Γιατί δεν προτείνει τη ριζική αναμόρφωση του πλαισίου λειτουργίας των πρωτοβάθμιων σε αμεσοδημοκρατική κατεύθυνση;

4. Προτείνεται η «στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό συγκέντρωσή του [συνδικαλιστικού κινήματος] και ενιαία οργανωτική έκφρασή του στη βάση κοινών εργασιακών συμφερόντων». Στην ουσία αυτό που περιγράφεται είναι η κατάργηση των περισσότερων δευτεροβάθμιων οργανώσεων της ΓΣΕΕ και η ανασυγκρότηση ελάχιστων, μεγάλων Ομοσπονδιών που θα συντονίζουν τα πρωτοβάθμια μέλη τους. Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι το μέτρο αυτό θα ενισχύσει την διαπραγματευτική ικανότητα των νέων Ομοσπονδιών, απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά σε ασφαλιστικές δικλείδες που θα αποτρέψουν το σχηματισμό μιας νέας γραφειοκρατικής ελίτ, καθ’ εικόνα και ομοίωση των Παναγοπουλαίων. Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ανοίγει τη συζήτηση για οριζόντιο συντονισμό των πρωτοβάθμιων σωματείων – διαδικασία στην οποία, ας μην το ξεχνάμε, συμμετέχουν και σωματεία τα οποία ελέγχει;

5. Απουσιάζει επίσης οποιαδήποτε αναφορά στον λεγόμενο «κοινωνικό συνδικαλισμό» – στη σύσταση δηλαδή υβριδικών οργανώσεων με μικτή ατζέντα (τόσο εντός όσο και εκτός του εργασιακού χώρου), μικτή σύνθεση (εργαζομένων και ανέργων) και πολύμορφη δράση. Υπενθυμίζω ότι, σε διεθνές επίπεδο, ο κοινωνικός συνδικαλισμός είναι απ’ τα πιο καυτά υπό συζήτηση θέματα – αποκλείεται λοιπόν να μην έχουν έρθει οι συντάκτες του κειμένου σε επαφή με κάποια απ’ τις θεωρίες που κυκλοφορούν. Αλλά και πέραν της θεωρίας, είναι κρίμα εμπειρίες όπως αυτές των Εργατικών Λεσχών αλλά και πολλών μικρών κοινωνικών κέντρων που ‘χουν ξεπηδήσει εδώ και κει στη χώρα μας, να μείνουν αναξιοποίητες.

6. Τέλος, μου φαίνεται αδιανόητο ότι από τον ορισμό της «εργατικής συμμετοχής» απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά στην μόνη πραγματική εργατική συμμετοχή, δηλαδή τον εργατικό έλεγχο της παραγωγής, είτε μέσω πειραμάτων τύπου ΒΙΟΜΕ/ΕΡΤ, είτε μέσω των συνεργατικών/συνεταιριστικών εγχειρημάτων. Κι επειδή σίγουρα κάποιος θα βρεθεί να πει «μα αυτά τα αναπτύσσουμε στο πρόγραμμα για την αλληλέγγυα/συνεταιριστική οικονομία, τι σχέση έχει το εργατικό δίκαιο;», να απαντήσω προκαταβολικά ότι σε Ιταλία, Ισπανία και αλλού οι κοοπερατίβες εδώ και χρόνια έχουν χάσει τον οριζόντιο χαρακτήρα τους και λειτουργούν ως Δούρειοι Ίπποι για ακραία εργατική εκμετάλλευση, αξιοποιώντας τρύπες του νόμου που επιτρέπουν να αμείβεται το προσωπικό τους (οι «συμμέτοχοι») με μισθούς κάτω απ’ τις ΣΣΕ. Είναι λοιπόν υποχρέωση του νομοθέτη (εργατικού δικαίου) να διασφαλίσει την οριζόντια οργάνωση, τον αντι-ιεραρχικό και αντι-εκμεταλλευτικό χαρακτήρα τόσο των κατειλημμένων/ανακτημένων επιχειρήσεων, όσο και των συνεταιρισμών. Ειδάλλως και πάλι κινδυνεύουμε να κυλήσουμε σε καταστάσεις ΠΑΣΟΚ ’81-’89 ή και ακόμα χειρότερα.

Εν ολίγοις, το πρόγραμμα ΣΥΡΙΖΑ για τις εργασιακές σχέσεις (α) στερείται καινοτόμων ιδεών και προτάσεων και (β) αφήνει απ’ έξω το ερώτημα του τι κάνουμε με την εργατική οργάνωση και αντιπροσώπευση. Εφιστώ την προσοχή σας στον άμεσο κίνδυνο να βρεθούμε αύριο με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ένα εργατικό κίνημα που ελάχιστα θα διαφέρει από το σημερινό. Αδύναμο, κοινωνικά απαξιωμένο και δομικά απαρχαιωμένο – με μόνη πιθανή διαφορά ότι η ΓΣΕΕ θα ελέγχεται από …ΣΥΡΙΖΑίους – οπότε θα ‘χουμε ένα ακόμα κύμα κυβερνητικού συνδικαλισμού! Ποιός εχέφρων άνθρωπος θα υποστήριζε τέτοια ανωμαλία; Είμαι σίγουρος ότι ούτε οι συντάκτες του προγράμματος δεν θα επιθυμούσαν μια τέτοια εξέλιξη.

Ως εκ τούτων, ας το ξαναδούμε, λίγο πιο προσεκτικά, το θέμα.

Αυτά τα ολίγα.